logo

Dicciogriego


Diccionario didáctico interactivo griego ↔ español (en construcción)

Tercera declinación

Temas en -ι-, -υ- alternantes

Sustantivos masculinos o femeninos

Singular

Nominativo

Vocativo

Acusativo

Genitivo

Dativo

πόλ.ις

πόλ.ι

πόλ.ιν

πόλ.εως

πόλ.ει

πῆχ.υς

πῆχ.υ

πῆχ.υν

πήχ.εως

πήχ.ει

Plural

Nom. -Voc.

Acusativo

Genitivo

Dativo

πόλ.εις

πόλ.εις

πόλ.εων

πόλ.εσι(ν)

πήχ.εις

πήχ.εις

πήχ.εων

πήχ.εσι(ν)

Dual

Nom. - Voc. - Acus.

Gen. - Dat.

πόλ.ει

πολ.έοιν

πήχ.ει

πηχ.έοιν

Palabras con esta flexión

 
ἀγκύλωσις, αἵρεσις, αἴσθησις, ἄκουσις, ἀκρόασις, ἀκρόπολις, ἅλωσις, ἀμφισβήτησις, ἀνάβασις, ἀναβίωσις, ἀνάλυσις, ἀνάμνησις, ἀνάπαυσις, ἀπόδειξις, ἀπόκρισις, ἀπόλαυσις, ἀπόστασις, ἀρίθμησις, ἄσκησις, αὔξησις, ἄφεσις, ἄφιξις, βάσις, βούλησις, βούλησις, γένεσις, γέννησις, γνῶσις, δάμαλις, δέησις, διάβασις, διάθεσις, διαίρεσις, διάκρισις, διάλυσις, διήγησις, διοίκησις, δίωξις, δόσις, δύναμις, δύσις, ἔκλειψις, ἔκπληξις, ἔλλειψις, ἔνδειξις, ἔντευξις, ἐξήγησις, ἕξις, ἐπίδειξις, ἐπίδοσις, ἐπίκλησις, ἐπιχείρησις, ἐρώτησις, εὕρεσις, ἔχις, ζήτησις, θέσις, κάθαρσις, κατάληψις, κατάλυσις, κατάπληξις, κατάστασις, κέντησις, κίνησις, κοίνωσις, κόλασις, κρᾶσις, κρίσις, κτῆσις, κτίσις, κύστις, λέξις, λύσις, μάθησις, μάντις, μέμψις, μίμησις, μίξις, μίσθωσις, νόησις, οἴκησις, ὄρεξις, ὄρχησις, ὄφις, ὄψις, παίδευσις, πανήγυρις, παράβασις, παράδοσις, παραίνεσις, παρακέντησις, παράκλησις, παράλειψις, παράταξις, πάρδαλις, πέλεκυς, περίφρασις, πέψις, πῆχυς, πίστις, πλάσις, πλήρωσις, ποίησις, πόλις, πόσις, πρᾶξις, πρέσβυς, προαίρεσις, πρόθεσις, πρόκλησις, πρόσθεσις, πρόφασις, πτύσις, πτῶσις, ῥάχις, ῥῆσις, -σις, σκέψις, σκλήρωσις, στάσις, στένωσις, σύγκρασις, σύγκρισις, σύνεσις, σύνθεσις, σύνταξις, σύστασις, τάξις, τέρψις, τίσις, ὕβρις, υἱύς, ὑπόθεσις, ὑπόσχεσις, ὑπόταξις, ὑστέρησις, φάσις, φάσις, φθίσις, φρόνησις, φύλαξις, φύσις, χρῆσις.
        
Diseño y Desarrollo: Soluciones y Respuestas