logo

Dicciogriego


Diccionario didáctico interactivo griego ↔ español (en construcción)

Segunda declinación (temática)

Temas con vocal temática *-o-/ *-e-.

Sustantivo masculino o femenino

Singular

Nominativo

Vocativo

Acusativo

Genitivo

Dativo

λόγ-ος

λόγ-ε

λόγ-ον

λόγ-ου

λόγ-ῳ

Plural

Nom. -Voc.

Acusativo

Genitivo

Dativo

λόγ-οι

λόγ-ους

λόγ-ων

λόγ-οις

Dual

Nom. - Voc. - Acus.

Gen. - Dat.

λόγ-ω

λόγ-οιν

notas
  • La flexión es la misma para masculinos (λόγ-ος) y femeninos (νῆσος).

Palabras con esta flexión

 
ἄγγελος, ἀγρός, ἀδελφός, ἀετός, Αἴγυπτος, Ἀλέξανδρος, ἄμπελος, ἄνεμος, ἄνθρωπος, ἄργυρος, ἀριθμός, ἄρκτος, ἄρτος, αὐλός, βάσανος, βίος, βοηθός, βροτός, βωμός, γάμος, γεωργός, δάκτυλος, Δελφοί, δεσμός, δημιουργός, δῆμος, διδάσκαλος, Διόνυσος, δόμος, δοῦλος, δρόμος, ἔλαφος, ἔλεος, ἐνιαυτός, ἔξοδος, ἔπαινος, ἑταῖρος, ζῆλος, ζυγός, ἥλιος, ἤπειρος, θάνατος, θεός, θησαυρός, θόρυβος, θρόνος, θυμός, ἰατρός, ἰός, ἵππος, -ισμός, καιρός, καρπός, κατήγορος, κίνδυνος, κλῆρος, κοινωνός, κόσμος, κριός, κύκλος, κύριος, λαός, λίθος, λογισμός, λόγος, λύκος, μισθός, -μος, μῦθος, νεανίσκος, νεκρός, νέος, νῆσος, νόμος, νόσος, ξένος, ὄγκος, ὁδός, οἶκος, οἶνος, ὄλεθρος, Ὅμηρος, ὄνειρος, ὄνος, ὅρκος, ὅρος, οὐρανός, ὀφθαλμός, ὄχλος, παρθένος, περίοδος, πλόο-, πλοῦτος, πόλεμος, πόλος, πόνος, πόντος, πόρος, ποταμός, πρόγονος, πύργος, σίδηρος, σῖτος, σκοπός, σκότος, στέφανος, στρατηγός, στρατός, σύμμαχος, ταῦρος, τάφος, τόνος, τόπος, τράχηλος, τρόπος, -τρος, τύπος, τύραννος, υἱός, ὑός, ὕπνος, φθόνος, φιλόσοφος, φόβος, φόνος, χαλκός, χορός, χρόνος, χρυσός, ψῆφος, ψόφος, ὦμος.
        
Diseño y Desarrollo: Soluciones y Respuestas