logo

Dicciogriego


Diccionario didáctico interactivo griego ↔ español

X Este diccionario está en construcción y ahora no cubre el lemario inicial propuesto. Visualización en dispositivos móviles
Helenismos
 Helenimos-Lemas    Lemas-Helenismos
1 Todas

Página: Elementos por página:
Registros: 1330
helenismolemavéase también
-scopio σκοπέω
lexema geronto- 'viejo' γέρων
lexema phōn- 'sonido articulado' φωνή
pirosfera πῦρ
tetrasílabo τετρασύλλαβος
tríada τριάς
-cefalia κεφαλή
-cracia -κρατία
-filia φιλία
-filo φίλος
-fobia φόβος
-fobo -φοβος
-geno, na γίγνομαι
-grafía -γραφία
-grama γράμμα
-manía μανία
-megalia 'tamaño excesivo' μέγας
-phobíā gr. (elem. compos.) 'temor', 'evitación' φόβος
-phobos gr. (elem. compos.) 'que rehúye' -φοβος
-scopía σκοπέω
-tecnia τέχνη
-termia θερμός
-termo θερμός
-trofia -τροφία
-trofo -τροφος
abiogénesis βίος
acrofobia φόβος φέβομαι
acromegalia ἄκρος
acromegalia μέγας
ácrono ἄχρονος
acrópolis ἀκρόπολις
acrosoma ἄκρος
aerofobia φόβος φέβομαι
aerófobo -φοβος
afaníptero ἀφανής
afaníptero ἀφανής
afonía ἀφωνία
afrodisiaco Ἀφροδισιακός
afrodita Ἀφροδίτη
agorafobia φόβος φέβομαι
agrafia -γραφία
al(o) allo- (lexema) ‘otro’ ἄλλος
alergia ἄλλος
alo- ἄλλος
alóctono ἄλλος
alófono ἄλλος
aloforma ἄλλος
alomorfo ἄλλος
alopatía ἄλλος
alopecia ἀλωπεκία
alotropía τρόπος
ameba ἀμείβω
an(a) aná (lexema) 'de nuevo', 'hacia arriba' ἀνά
anabiosis ἀνά
anabolismo ἀνά
anacoreta ἀναχωρέω
anaerobio βίος
anafilaxia ἀνά
anafrodisia ἀναφροδισία
anafrodita ἀναφρόδιτος
anagénesis ἀνά
anagrama γράμμα
ananca ananka- (lexema) 'necesidad' ἀναγκαῖος
ananca ananka- (lexema) 'necesidad' ἀνάγκη
anancástico ἀναγκαστικός
andro- andr- (lexema) 'varón' ἀνήρ
androfobia ἀνήρ
androfobia φόβος φέβομαι
andrófobo -φοβος
andrógeno ἀνήρ
androginia γυνή
androide ἀνήρ
andrología ἀνήρ
anemo- (lexema) 'viento' ἄνεμος
anemófilo ἄνεμος
anemógamo ἄνεμος
anemómetro ἄνεμος
anfi- ἀμφί
anfibio ἀμφίβιος
anfibología ἀμφί
anfineuro ἀμφί
anfípodo ἀμφί
anfípodo πούς
anfiteatro ἀμφιθέατρος
anfótero ἀμφότερος
ángel ἄγγελος
angiografía -γραφία
angiospermo σπέρμα
anglofilia φιλία
anglófono φωνή
anisocoria κόρη
anisótropo τρόπος
anorexia ὀρέγω
anoxia ὀξύς
anti- (lexema) 'frente a', 'contra' ἀντί
antibiótico ἀντί
anticuerpo ἀντί
antígeno ἀντί
antimonárquico ἀντί
antípoda ἀντίπους
antitérmico θερμός
antrópico ἀνθρωπικός
antropo- ἄνθρωπος
antropocéntrico ἄνθρωπος
antropofagia ἀνθρωποφαγία
antropófago ἀνθρωποφάγος
antropogénesis ἄνθρωπος
antropoide ἀνθρωποειδής
antropología ἄνθρωπος
antropólogo ἀνθρωπολόγος
antropometría ἄνθρωπος
antropomorfismo ἄνθρωπος
antropomorfismo μορφή
antropomorfo ἀνθρωπόμορφος
antropónimo ἄνθρωπος
apirexia ἀπυρεξία
apogeo ἀπόγειον
apolítico πολιτικός
apología ἀπολογία
aporía ἀπορíα
aporofobia φόβος φέβομαι
arcontado ἄρχων
arconte ἄρχων
aristocracia ἀριστοκρατία
aristócrata ἀριστοκράτης
aristocrático ἀριστοκρατικός
aritmética ἀριθμητικός
arqu(e) arkh- (lexema) ‘comienzo’, ‘elemento primigenio' ἀρχή
arqueo arkhaîo- (lexema) ‘antiguo’ ἀρχαῖος
arqueo- ἀρχαῖος
arqueobacteria ἀρχαῖος
arqueolítico ἀρχαῖος
arqueozología ἀρχαῖος
arquetipo ἀρχέτυπος
arquíptero ἀρχή
arteriografía -γραφία
artroscopia σκοπέω
artroscopio σκοπέω
áspid ἀσπίς
astenia ἀσθένεια
astro ἄστρον
astrocito ἄστρον
astrofísica ἄστρον
astrolabio ἄστρον
astrología ἀστρολογία
astrólogo ἀστρολόγος
astronauta ἄστρον
astronauta ναύτης -της
astronauta ναύτης ναῦς
astronomía ἀστρονομία
astrónomo ἀστρονόμος
ataxía ἀταξία
atopia ἀτοπία
atrofia ἀτροφία
atrofia εὐτροφία
atrófico τροφή
audífono φωνή
audiograma γράμμα
aula αὐλή
áulico αὐλή
auto- αὐτός
autómata αὐτόματος
automático αὐτόματος
automóvil αὐτός
bar βαρύς
barbaridad βάρβαρος
barbarismo βαρβαρισμός
bárbaro βάρβαρος
baricentro βαρύς
barítono βαρύτονος
batipelágico βαθύς
batiscafo βαθύς
bibliofilia φιλία
bibliófilo φίλος
bibliografía -γραφία
bibliomanía μανία
bigamia γάμος γαμέω
bio- βίος
biocarburante βίος
biocenosis βίος
biodegradable βίος
bioelemento βίος
bioetanol βίος
bioética βίος
biofísica βίος
biogénesis βίος
biografía βίος
biología βίος
biomedicina βίος
biopsia βίος
bioquímica βίος
biosfera βίος
biotecnología βίος
biotipo τύπος
biotopo τόπος
braquicéfalo βραχυκέφαλος
braquícero γνώριμος
braquícero κέρας
braquigrafía βραχύς
braquigrafía γνώριμος
braquilogía βραχυλογία
braquiópodo πούς
braquiuro βραχύς
braquiuro γνώριμος
brazo βραχίων
broncoscopia σκοπέω
buglosa βούγλωσσον
cacofonía κακοφωνία
cada κατά
cadera καθέδρα
caleidoscopio καλός
caleidoscopio σκοπέω
caligrafía καλλιγραφία
calitipia καλός
calofilo καλός
calomelanos καλός
calóptero καλός
cardias καρδία
cardio- καρδία
cardiocirujano καρδία
cardiografía -γραφία
cardiograma γράμμα
cardiología καρδία
cardiólogo καρδία
cardiópata καρδία
carditis καρδία
cariotipo τύπος
cartografía -γραφία
cata- κατά
catabolismo κατά
cataclismo κατακλυσμός
catacumbas κατά
catalepsia κατάληψις
catálisis κατάλυσις
cátaro καθαρός
catarro κατάρροος
catarsis κάθαρσις
catástrofe καταστροφή
cátodo κάθοδος
católico καθολικός
cefal(ia), cefalo kephal- (lexema) 'cabeza' κεφαλή
cefalitis κεφαλή
cefalópodo κεφαλή
cefalópodo πούς
cefalorraquídeo κεφαλή
cefalotórax θώραξ
cefalotórax κεφαλή
cel(o) koilo- (lexema ) 'hueco', 'vientre' κοῖλος
celentéreo κοῖλος
celo ζῆλος
celoma κοῖλος
celomado κοῖλος
cen(o) koino- (lexema) 'común' κοινός
cenestesia κοινός
cenobio κοινός
cenofobia κενός
cenotafio κενοτάφιον
centrosoma σῶμα
cer(o), cerado ker(at)- (lexema) ‘antena de artrópodo’ κέρας
cicl(o) kyklo (lexema) 'círculo' κύκλος
ciclo κύκλος
ciclóstomo στόμα
ciclotimia θυμός
ciclotimia κύκλος
ciclotímico θυμός
ciclotrón κύκλος
cinéfilo φίλος
cinematografía -γραφία
cinoglosa κυνόγλωσσος
cirrópodo πούς
cladócero κέρας
claustrofobia φόβος φέβομαι
clepto- κλέπτω
cleptomanía κλέπτω
cleptomanía μανία
cleptómano κλέπτω
clerical κλῆρος
clero κλῆρος
colonoscopio σκοπέω
colostomía στόμα
condrictio ἰχθύς
coprofilia φιλία
cor(o) kórē (lexema) ‘pupila’ κόρη
coreografía -γραφία
corotomía κόρη
cosmódromo κόσμος
cosmografía κοσμογραφία
cosmología κόσμος
cosmonauta κόσμος
cosmopolita κοσμοπολίτης
cosmos κόσμος
crematístico χρηματιστικός
crestomatía χρηστομάθεια
cri(sis), crit(o) kri- (lexema) 'juicio', 'decisión', 'crisis', 'separar' κρίσις
criptógamo γάμος γαμέω
criptograma γράμμα
crisálida χρυσαλλίς
crisantemo χρυσάνθεμον
crisis κρίσις
cristalografía -γραφία
cromosoma σῶμα
crónico χρονικός
crono χρόνος
crono- χρόνος
cronograma γράμμα
cronograma χρόνος
cronología χρόνος
cronómetro χρόνος
crucigrama γράμμα
dacrio dakryo- (lexema) 'lágrima' δάκρυον
dacriocistitis δάκρυον
dacriología δάκρυον
dacriorrea δάκρυον
dactilografía -γραφία
daguerrotipo τύπος
deca- δέκα
década δεκάς
decaedro δέκα
decalitro δέκα
decálogo δεκάλογος
decámetro δέκα
decápodo δέκα
decasílabo δέκα
democracia δημοκρατία
demografía -γραφία
dendr(o)- (lexema) 'árbol' δένδρον
dendriforme δένδρον
dendrografía δένδρον
dendroide δένδρον
dendrotráquea δένδρον
derm(a), dermato-, dermo derm(ato)-(lexema) 'piel' δέρμα
dermalgia δέρμα
dermatitis δέρμα
dermatoesqueleto δέρμα
dermatología δέρμα
dermatosis δέρμα
dermitis δέρμα
dermo derm- (lexema) 'capa del embrión' δέρμα
dermo- δέρμα
dermoprotector δέρμα
desglosar γλῶσσα
desmo- (lexema) 'ligamento' δεσμός
desmopatía δεσμός
déspota δεσπότης
despotiquez δεσπότης
despotismo δεσπότης
despotizar δεσπότης
dexiocardia δεξιός
di- δίς
di- (lexema) 'dos' δίς
diagrama διάγραμμα
diandro δίς
diatriba διατριβή
dicigótico δίς
dieta δίαιτα
diglosia γλῶσσα
dino deino- (lexema) 'terrible' δεινός
dinornis δεινός
dinosaurio δεινός
dinoterio δεινός
diplodoco διπλοῦς
diploide διπλοῦς
diplopía διπλοῦς
disacárido δίς
discografía -γραφία
dismenorrea μείς
dispareunia εὐνή
distrofia τροφή
distrófico τροφή
doxología δόξα
dragón δράκων
eclipse ἔκλειψις
eco- οἶκος
ecografía -γραφία
economía οἰκονομία
edonia, hedonia hēdon- (lexema) 'placer' ἡδονή
efímero ἐφήμερος
éforo ἔφορος
egofonía αἴξ
eis ‘hacia dentro’ εἰς
ek(s) gr. (prefijo), ‘de dentro hacia fuera’ ἐκ
electrocardiografía -γραφία
electrocardiograma καρδία
elíptico ἐλλειπτικός
ema, hem(o), hema, hemat(o) haim(ato)- (lexema) 'sangre' αἷμα
empatía ἐμπάθεια
empírico ἐμπειρικός
empirismo ἐμπειρία
encefalograma γράμμα
enciclopedia παιδεία
endodermo δέρμα
endogamia γάμος γαμέω
endoscopia σκοπέω
enea- ἐννέα
eneasílabo ἐννεασύλλαβος
enología οἶνος
enólogo οἶνος
enotecnia οἶνος
entozoario ἐντός
entropía τρόπος
epi- ἐπί
epicarpio ἐπί
epidermis ἐπί
epifonema ἐπί
epígrafe ἐπιγραφή
epigrafría -γραφία
epigrama ἐπίγραμμα
episodio ἐπεισόδιον
episteme ἐπιστήμη
epistemología ἐπιστήμη
epistemológico, ca ἐπιστήμη
epístola ἐπιστολή
epistolar ἐπιστολή
epistolario ἐπιστολή
epitafio ἐπιτάφιος
epitelio ἐπί
epizootia ἐπί
ergometría ἔργον
ergonomía ἔργον
ergonómico ἔργον
ergoterapia ἔργον
escenografía -γραφία
escolar σχολή
escuela σχολή
espectrografía -γραφία
espectrograma γράμμα
esperma σπέρμα
espermafito σπέρμα
espermatozoide σπέρμα
esplenomegalia μέγας
esquema σχῆμα
esquemático σχηματικός
esquematismo σχηματισμός
esquematizar σχηματίζω
estadio στάδιον
estar ἵστημι
estasis στάσις
estenografía -γραφία
estereotipo τύπος
estoma στόμα
estómago στόμαχος
estratega στρατηγός ἄγω
estratega στρατηγός στρατός
estrategia στρατηγία
estratégico στρατηγικός
estratego στρατηγός
estratego στρατηγός
estratigrafía -γραφία
et(ica), eto ētho- (lexema) 'carácter', 'comportamiento' ἦθος
etiopatogenia αἰτία
etnobotánica ἔθνος
etnocentrismo ἔθνος
etnografía -γραφία
etnografía ἔθνος
etnolingüística ἔθνος
etnología ἔθνος
etología ἦθος
etólogo ἦθος
etos ἦθος
eu- (lexema) 'bien', 'normalidad' εὖ
eucalipto εὖ
eucariota εὖ ἐύς
eudemonía εὐδαιμονία
eufonía εὖ ἐύς
eufonía εὐφωνία
eutrofización εὖ ἐύς
exantema ἐξάνθημα
exo- ἔξω
exobiología ἔξω
exocitosis ἔξω
exocrino ἔξω
exoesqueleto ἔξω
exoftalmia ἔξω
exoftalmia ὀφθαλμός
exogamia ἔξω
exógeno ἔξω
exotérico ἔξω
exotérmico ἔξω
exótico ἐξωτικός
exotismo ἔξω
fanerógamo γάμος γαμέω
fanerógamo φανερός
fanerozoico φανερός
farmacéutico φαρμακευτικός
farmacia φαρμακεία
fármaco φάρμακον
farmacocinética φάρμακον
farmacología φάρμακον
farmacoterapia φάρμακον
fen(o) phain- (lexema) ‘mostrarse’ φαίνω φῶς
fenómeno φαίνω φῶς
fenomenología φαίνω φῶς
fenotipo τύπος
filantropía φιλανθρωπία
filántropo φιλάνθρωπος
filia φιλία
filmografía -γραφία
filo- φίλος
filología φιλολογία
filosofía φιλοσοφία
filósofo φιλόσοφος
fisiopatología πάθος
fobia φόβος φέβομαι
fonación φωνή
fonema φώνημα
fonendoscopio φωνή
fonético φωνητικός
foniatría φωνή
fono- φωνή
fonografía -γραφία
fonógrafo φωνή
fonograma γράμμα
fonología φωνή
fonoteca φωνή
foto φῶς φαίνω
foto- φῶς φαίνω
fotoalergia φῶς φαίνω
fotobiología φῶς φαίνω
fotocomposición φῶς φαίνω
fotocopia φῶς φαίνω
fotoeléctrico φῶς φαίνω
fotofobia φόβος φέβομαι
fotofobia φῶς φαίνω
fotófobo -φοβος
fotogénico φῶς φαίνω
fotograbado φῶς φαίνω
fotografía -γραφία
fotograma γράμμα
fotograma φῶς φαίνω
fotolisis φῶς φαίνω
fotolito φῶς φαίνω
fotometría φῶς φαίνω
fotosfera φῶς φαίνω
fotosíntesis φῶς φαίνω
fototropismo φῶς φαίνω
francofilia φιλία
francófono φωνή
gameto γάμος γαμέω
gammagrafía -γραφία
gamo- γάμος
gasterópodo γαστήρ
gasterópodo πούς
gastr(o)- 'estómago' γαστήρ
gastr(o)- ‘cavidad’ γαστήρ
gastralgia γαστήρ
gástrico γαστήρ
gastritis γαστήρ
gastro- γαστήρ
gastrointestinal γαστήρ
gastroscopia σκοπέω
gen(a), gen(o) gen- (lexema) ‘que genera’ γίγνομαι
gen(o) -gen(e) (lexema) ‘generado en’ γίγνομαι
genotipo τύπος
geo- γῆ
geobotánica γῆ
geocéntrico γῆ
geodinámica γῆ
geofísica γῆ
geografía -γραφία
geografía γεωγραφία
geología γῆ
geometría γεωμετρία
geomorfología γῆ
geopolítica γῆ
geotermia γῆ
germanofilia φιλία
germanófilo φίλος
geronto- γέρων
gerontocracia γέρων
gerontología γέρων
gimnasia γυμνασία
gimnasta γυμναστής
gimnospermo γυμνός
gimnospermo σπέρμα
gineceo γυναικεῖον
gineco- γυνή
ginecología γυνή
ginefobia γυνή
glicérido γλυκύς
glicerina γλυκύς
glicinia γλυκύς
glicólisis γλυκύς
glicoproteína γλυκύς
glosa γλῶσσα
glosar γλῶσσα
glosario γλῶσσα
glosemática γλωσσηματικός
glositis γλῶσσα
glosolalia γλῶσσα
glosopeda γλῶσσα
glotal γλῶσσα
glotología γλῶσσα
gnómico γνωμικός
grafía -γραφία
gráfico γραφικός
gramático γραμματικός
gramo γράμμα
gramófono γράμμα
hagiografía -γραφία
hápax ἅπαξ
haplografía ἁπλοῦς
haploide ἁπλοῦς
haplología ἁπλοῦς
hedonismo ἡδονή
hedonístico ἡδονή
helio ἥλιος
helio- ἥλιος
heliocéntrico ἥλιος
heliofísico ἥλιος
heliómetro ἥλιος
helioscopio ἥλιος
helioterapia ἥλιος
heliotropismo ἥλιος
heliotropo ἡλιότροπος
hemato- αἷμα
hematología αἷμα
hematoma αἷμα
hematuria αἷμα
hemeroteca ἡμέρα
hemi- ἡμι-
hemiciclo ἡμικύκλιος
hemicránea ἡμικρανία
hemiplejia ἡμιπληγία
hemisferio ἡμισφαίριον
hemo- αἷμα
hemocultivo αἷμα
hemodiálisis αἷμα
hemoglobina αἷμα
hemoptisis αἷμα
hemotórax αἷμα
hemotórax θώραξ
hepatomegalia μέγας
hepta- ἑπτά
heptaedro ἑπτά
heptágono ἑπτάγωνος
heptámetro ἑπτά
heptasílabo ἑπτά
hermafrodita Ἑρμαφρόδιτος
héroe ἥρως
heroico ἡρωικός
heroína ἡρωίνη
heterotrófico τροφή
hexa- ἕξ
hexadecimal ἕξ
hexaedro ἑξάεδρος
hexágono ἑξάγωνος
hexámetro ἑξάμετρος
hexápodo ἑξάπους
hexástilo ἕξ
hidátide ὑδατίς
hidrófilo φίλος
hidrófobo ὑδροφόβος
hierofanía ἱερός
hierofante ἱεροφάντης
hierogamia ἱερός
hieroscopia ἱεροσκοπία
higiene ὑγιεινός
higro- ὑγρός
higrófilo ὑγρός
higrófugo ὑγρός
higrómetro ὑγρός
higroscopio ὑγρός
hilemorfismo ὕλη
hilozoísmo ὕλη
hiper- ὑπέρ
hiperactivo ὑπέρ
hipercalcemia ὑπέρ
hipercalórico ὑπέρ
hipercrítico ὑπέρ
hiperglucemia ὑπέρ
hiperinflación ὑπέρ
hiperlipemia ὑπέρ
hipermercado ὑπέρ
hipermetropía ὑπέρ
hiperónimo ὑπέρ
hiperplasia ὑπέρ
hipersensibilidad ὑπέρ
hipertenso ὑπέρ
hipertermia θερμός
hipertermia ὑπέρ
hipertexto ὑπέρ
hipertrofia τροφή
hipertrofia ὑπέρ
hípica ἱππικός
hípico ἱππικός
hipnosis ὕπνος
hipnótico ὑπνωτικός
hipnotismo ὕπνος
hipnotizar ὕπνος
hipo- ὑπό
hipoacusia ὑπό
hipoalérgico ὑπό
hipocalórico ὑπό
hipocampo ἱππόκαμπος
hipocondrio ὑποχόνδριος
hipócrita ὑποκριτής
hipodérmico ὑπό
hipódromo ἱππόδρομος
hipogeo ὑπόγειον
hipogloso γλῶσσα
hipoglucemia ὑπό
hipogrifo ἵππος
hipónimo ὑπό
hipopótamo ἱπποπόταμος
hipotaxis ὑπόταξις
hipoteca ὑποθήκη
hipotermia θερμός
hipótesis ὑπόθεσις
hipotonía ὑπό
hipovolemia ὑπό
hipoxia ὑπό
histéresis ὑστέρησις
historiografía -γραφία
historiografía -γραφία
holismo ὅλος
holístico ὅλος
holo- ὅλος
holocausto ὁλόκαυτος
holoceno ὅλος
holograma γράμμα
holograma ὅλος
holónimo ὅλος
holoturia ὁλοθούριον
homeotermia θερμός
homilía ὁμιλία
homofobia φόβος φέβομαι
homófobo -φοβος
horizonte ὁρίζω
hormon(a) hormôn (lexema) 'que impulsa' ὁρμάω
hormona ὁρμάω
horópter ὅρος
http://dicciomed.eusal.es/lexema/mitad-semi ἡμι-
hypó, 'debajo de' ὑπό
iconografía -γραφία
ictiófago ἰχθυοφάγος
ictiología ἰχθύς
ictiólogo ἰχθύς
ictiosaurio ἰχθύς
ictiosis ἰχθύς
idea ἰδέα
ideal ἰδέα
idealista ἰδέα
idear ἰδέα
ideograma γράμμα
ideograma ἰδέα
ideología ἰδέα
idiocia ἰδιώτης
idiográfico ἴδιος
idiolecto ἴδιος
idioma ἰδίωμα
idiopático ἴδιος
idiosincrasia ἰδιοσυγκρασία
idiota ἰδιώτης
idiotipo ἰδιώτης
idiotipo τύπος
iglesia ἐκκλησία
indonesio νῆσος
internauta ναύτης ναῦς
internauta ναύτης -της
ion εἶμι
Irene εἰρήνη
irenismo εἰρήνη
isócrono ἰσόχρονος
isoglosa γλῶσσα
isomorfismo μορφή
isópodo πούς
isotermo θερμός
isótopo τόπος
isótropo τρόπος
jerarca ἱεράρχης
jerarquía ἱεραρχία
jeroglífico ἱερογλυφικός
laparoscopia σκοπέω
lema en- 'en' ἐν
lema kathar(o)- 'purο' καθαρός
lema oligo- 'escaso' ὀλίγος
leptorrino λεπτός
leuco- λευκός
leucocito λευκός
leucoma λεύκωμα
leucopenia λευκός
leucorrea λευκός
lexema -gramma 'representación gráfica' γράμμα
lexema -philíā gr. cient. ‘atracción sexual’ φιλία
lexema -skopium gr. y lat. 'aparato para examinar' σκοπέω
lexema akro- ἄκρος
lexema amphí 'de un lado y otro' ἀμφί
lexema anthrōpo- 'ser humano' ἄνθρωπος
lexema Aphrodīt(ē) 'Afrodita' Ἀφροδίτη
lexema bary- βαρύς
lexema bathy- βαθύς
lexema bio- ‘vida’ βίος
lexema brakhy- 'corto' βραχύς
lexema brakhy- 'corto' γνώριμος
lexema déka ‘diez’ δέκα
lexema ento- ‘interno’ ἐντός
lexema epi- sobre ἐπί
lexema gam(o)- gr. cient. ‘unión sexual’ γάμος
lexema gê/gaîa 'tierra' γῆ
lexema glyk- gr. 'dulce', ‘azúcar’ γλυκύς
lexema graphíā 'representación gráfica' -γραφία
lexema gymno- 'desnudo' γυμνός
lexema haplo- 'simple', 'sencillo' ἁπλοῦς
lexema hēlio- 'sol' ἥλιος
lexema hēmer- gr. 'día' ἡμέρα
lexema héx ‘seis’ ἕξ
lexema hodo- ‘camino’ ὁδός
lexema holo- ‘total’ ὅλος
lexema hydat- ‘agua’ ὕδωρ
lexema hygro-, 'húmedo' ὑγρός
lexema hypér 'en exceso', 'más que' ὑπέρ
lexema hypno- 'sueño (dormir)' ὕπνος
lexema idio- 'propio, particular' ἴδιος
lexema idio- 'propio, particular'   ἰδιώτης
lexema ikhthy(o)- ‘pez’ ἰχθύς
lexema ion 'que va', gr. cient. 'ion' εἶμι
lexema kardíā καρδία
lexema katá 'hacia abajo' κατά
lexema khōrā 'territorio', gr. cient. 'dispersión' χώρα
lexema khrono- ‘tiempo’ χρόνος
lexema lepto- 'delgado' λεπτός
lexema leuko- ‘blanco’ λευκός
lexema makr(o)- 'grande' μακρός
lexema malako- 'blando' μαλακός
lexema maníā 'locura' μανία
lexema mḗn μείς
lexema oîkos 'interrelación entre organismos' οἶκος
lexema oktṓ ‘ocho’ ὀκτώ
lexema ómma 'ojo' ὄμμα
lexema ophthalmo- 'ojo' ὀφθαλμός
lexema ortho- 'recto' ὀρθός
lexema ōto- ‘oído’, ‘oreja’ οὖς
lexema ouran(o)- gr. 'cielo', 'paladar' οὐρανός
lexema paideíā ‘educación’ παιδεία
lexema paidο- 'niño' παῖς
lexema palaio- 'antiguo', gr. 'antiguo', gr. cient. 'fósil' παλαιός
lexema pálin 'de nuevo' πάλιν
lexema partheno- 'virgen' παρθένος
lexema patho- 'padecimiento' πάθος
lexema pent- ‘cinco’ πέντε
lexema perí ‘alrededor de’ περί
lexema phaner- ‘evidente’ φανερός
lexema pharmako-'medicamento', 'veneno' φάρμακον
lexema philo- 'con afinidad por' φίλος
lexema phōto- ‘luz’ φῶς φαίνω
lexema pneû-m(a) (sust.), 'aire respirado' πνεῦμα
lexema podo- 'pie' πούς
lexema poro- 'poro' πόρος
lexema pros- πρός
lexema protero- ‘que está antes’ πρότερος
lexema proto- ‘primero’, ‘previo’ πρῶτος
lexema pseud- 'falso' ψευδής
lexema sōma ‘cuerpo’, lexema sōma gr. cient. σῶμα
lexema sperm(at)- 'semilla', 'semen' σπέρμα
lexema stásis 'detención', 'equilibrio' στάσις
lexema stom(at)- (sust.), 'boca' στόμα
lexema tag- 'orden, formación' τάξις
lexema termo \'caliente\' gr. cient. \'temperatura\' θερμός
lexema tetra- ‘cuatro’ τέσσαρες
lexema thēly- ‘femenino’ θῆλυς
lexema thōrāk- 'tórax' θώραξ
lexema thȳ-mó(s) 'voluntad' θυμός
lexema topo- ‘lugar’ τόπος
lexema trauma(t)- ‘herida’ τραῦμα
lexema tri- ‘tres’ τρεῖς
lexema trikh(o)- 'pelo', gr. cient. 'cilio' θρίξ
lexema tropo- 'cambio', 'giro' τρόπος
lexema tȳphlo-  'ciego', 'que no tiene salida' τυφλός
lexema typo- 'golpe', 'marca' τύπος
lexicografía -γραφία
licantropía λυκανθρωπία
lipemanía μανία
lipotimia λιποθυμία
litografía -γραφία
logaritmo ἀριθμός
logo- 'palabra' λόγος
logogrifo λόγος λέγω
logomaquia λογομαχία
logomaquia μάχη
logopedia λόγος λέγω
logopedia παιδεία
logos λόγος
logotipo λόγος λέγω
logotipo τύπος
macro- μακρός
macrobiótica μακρός
macrocefalia μακρός
macroeconomía μακρός
macroestructura μακρός
macroscópico μακρός
magnetófono φωνή
malacología μαλακός
malacólogo μαλακός
malacopterigio μαλακός
mamografía -γραφία
manía μανία
mantis μάντις
máquina μηχανή
mártir μάρτυς
mecanismo μηχανή
mecano μηχανή
mecanografía -γραφία
mecanografía μηχανή
mecanógrafo μηχανή
mecanoterapia μηχανή
mega μέγας
mega 'grande' μέγας
mega- μέγας
megafonía μέγας
megalito μέγας
megalomanía μανία
megalomanía μέγας
megalópolis μέγας
megaterio μέγας
megatón μέγας
megavatio μέγας
melancolía μελαγχολία
melanina μέλας
melanita μέλας
melanóforo μέλας
melanoma μέλας
melanuria μέλας
melomanía μανία
menarquia μείς
mesotórax θώραξ
meta metá (lexema) 'cambio' μετά
meta metá (lexema) 'después de' μετά
meta metá (lexema) 'en medio de' μετά
meta- μετά
metabólico μεταβολή
metabolismo μεταβολή
metabolito μεταβολή
metacarpo μετά
metacéntrico μετά
metacrilato μετά
metafonía μετά
metalengua μετά
metalenguaje μετά
metamórfico μορφή
metapsíquica μετά
metatórax μετά
metazoo μετά
miastenia ἀσθένεια
micro mīkr(o)- (lexema) 'pequeño' μικρός
micro- μικρός
microbio μικρός
microchip μικρός
microcosmo κόσμος
microeconomía μικρός
micronesio νῆσος
microondas μικρός
micropilo πύλη
microscopio μικρός
microscopio σκοπέω
mimeógrafo μιμέομαι
mina μνᾶ
miocardio καρδία
miriópodo μυριόπους
misantropía μισανθρωπία
misántropo μισάνθρωπος
misoginia μισογυνία
misógino μισογύνης
misoneísmo μισέω
mitificar μῦθος
mitografía -γραφία
mitomanía μανία
mitomanía μῦθος
mitómano μῦθος
mne(sia) mnē- (lexema) 'recuerdo' μνήμη
mnemotecnia μνήμη
mnemotécnica μνήμη
mnemotécnico μνήμη
mono- μόνος
mono- (lexema) 'único' μόνος
monocarril μόνος
monocasco μόνος
monociclo μόνος
monocito μόνος
monocotiledón μόνος
monóculo μόνος
monocultivo μόνος
monogamia μονογαμία
monografía -γραφία
monomando μόνος
monomanía μόνος
monospermo σπέρμα
monovolumen μόνος
morf(ia), morf(o) morph- (lexema) 'forma' μορφή
morfema μορφή
naumaquia μάχη
naumaquia ναυμαχία
nauta ναύτης
nauta ναύτης
náutica ναυτικός
náutico ναυτικός
necrofilia φιλία
nematócero κέρας
neuma πνεῦμα
neumático πνευματικός
neumotórax θώραξ
neurastenia ἀσθένεια
neurohormona ὁρμάω
oceanografía -γραφία
oclocracia ὀχλοκρατία
octa- ὀκτώ
octacordio ὀκτώ
octaedro ὀκτάεδρος
octo- ὀκτώ
octogonal ὀκτώ
octópodo πούς
octosílabo ὀκτώ
odómetro ὁδός
oftalmia ὀφθαλμία
oftalmología ὀφθαλμός
oftalmoscopio σκοπέω
oligisto ὀλίγος
oligo- ὀλίγος
oligoceno ὀλίγος
oligoelemento ὀλίγος
oligofrenia ὀλίγος
oligopolio ὀλίγος
oligosacárido ὀλίγος
oligotrofia ὀλίγος
omega μέγας
onírico ὄνειρος
onirismo ὄνειρος
oniromancia ὄνειρος
onomancia ὄνομα
onomástico ὀνομαστικός
onomatopeya ὀνοματοποιία
organigrama γράμμα
ornit(o) ornitho- (lexema) 'pájaro' ὄρνις
ornitología ὄρνις
ornitólogo ὄρνις
ornitomancia ὄρνις
ornitorrinco ὄρνις
ornitosis ὄρνις
orogénesis ὄρος
orogenia ὄρος
orografía -γραφία
orografía ὄρος
orto- ὀρθός
ortodoncia ὀρθός
ortodoxo ὀρθόδοξος
ortoedro ὀρθός
ortofonía ὀρθός
ortografía ὀρθογραφία
ortopedia ὀρθός
otología οὖς
otorrinolaringología οὖς
otoscopia οὖς
óxido ὀξύς
oxígeno ὀξύς
oxítono ὀξύς
paleo- παλαιός
paleoantropología ἄνθρωπος
paleoantropología παλαιός
paleobiología παλαιός
paleoceno παλαιός
paleocristiano παλαιός
paleografía παλαιός
paleolítico παλαιός
paleólogo παλαιός
paleontología παλαιός
palimpsesto παλίμψηστος
palíndromo παλίνδρομος
palingenesia πάλιν
paradigma παράδειγμα
paradigmático παραδειγματικός
parafilia φιλία
parahormona ὁρμάω
parataxis παράταξις
paronomasia παρονομασία
partenogénesis παρθένος
patogenia πάθος
patógeno πάθος
patología πάθος
pedagogía παιδαγωγία
pediatría παῖς
pedofilia παῖς
pedofilia φιλία
Peloponeso Πελοπόννησος
penta- πέντε
pentadáctilo πενταδάκτυλος
pentaedro πέντε
pentágono πεντάγωνος
pentagrama πέντε
pentámero πενταμερής
pentámetro πεντάμετρος
peri- περί
perianal περί
perianto περί
pericardio καρδία
pericardio περικάρδιος
pericarpio περικάρπιον
periferia περιφέρεια
perífrasis περίφρασις
perigeo περίγειος
perímetro περίμετρον
perinatal περί
periodo περίοδος
periostio περιόστεος
peripecia περιπέτεια
periscopio περί
peritoneo περιτόναιος
píloro πυλωρός
pira πυρά
piro- πῦρ
piroeléctrico πῦρ
pirograbado πῦρ
pirólisis πῦρ
piromanía μανία
pirómano πῦρ
pirotecnia πῦρ
plutocracia πλουτοκρατία
plutócrata πλουτοκρατία
pneuma πνεῦμα
podagra ποδάγρα
podiatra πούς
podio πόδιον
podología πούς
podómetro πούς
poiquilotermia θερμός
polémica πολεμικός
polémico πολεμικός
polemista πολεμιστής
polemizar πολεμίζω
poli gr., poly-, 'mucho' πολύς
poli- πολύς
policía πολιτεία
policromía πολύς
polidipsia πολύς
poligamia πολυγαμία
políglota πολύγλωσσος
políglota πολύς
poligrafía -γραφία
polímero πολύς
polimorfismo μορφή
polinesio νῆσος
política πολιτικός
político πολιτικός
politiqueo πολιτικός
politizar πολιτικός
politología πολιτικός
pornografía -γραφία
poro πόρος
porosidad πόρος
poroso πόρος
practicable πρακτικός
practicante πρακτικός
practicar πρακτικός
práctico πρακτικός
pragmático πραγματικός
pragmatismo πρᾶγμα
praxis πρᾶξις
presbicia πρεσβύτης
présbita πρεσβύτης
presbítero πρέσβυς
profiláctico προφυλακτικός
profilaxis φύλαξ
programa πρόγραμμα
propíleo προπύλαιον
prosélito προσήλυτος
prosodia προσῳδία
prosopografía -γραφία
prosopografía πρόσωπον
prosopopeya προσωποποιΐα
próstata παραστάτης
protagonista πρωταγωνιστής
proterozoico πρότερος
prótesis πρόσθεσις
proto- πρῶτος
protocolo πρωτόκολλον
protohistoria πρῶτος
protomártir πρῶτος
protomédico πρῶτος
protoplasma πρῶτος
protórax θώραξ
prototipo πρωτότυπος
prototipo πρωτότυπος
pseudo- ψευδής
psicofármaco φάρμακον
psicosomático σῶμα
pyro- 'fuego', 'fiebre violenta' πῦρ
quelícero κέρας
querat(o) kerat- (lexema) ‘de textura córnea’ κέρας
querat(o) kerat(o)- (lexerma) 'córnea' κέρας
queratina κέρας
queratitis κέρας
queratosis κέρας
Quersoneso χερσόνησος
radiografía -γραφία
reprografía -γραφία
ribosoma σῶμα
rizópodo πούς
saxofón φωνή
serotipo τύπος
seudo- ψευδής
seudocientífico ψευδής
seudohermafrodita ψευδής
seudónimo ψευδής
seudópodo πούς
seudópodo ψευδής
simpatía συμπάθεια
sincronía χρόνος
sinfonía συμφωνία
sintaxis σύνταξις
sociopolítico πολιτικός
sofisma σόφισμα
sofista σοφιστής
soma σῶμα
somático σωματικός
somatizar σῶμα
somatología σῶμα
soteriología σωτηρία
tacógrafo τάχος
tacómetro τάχος
takhy- gr. ‘rápido’ ταχύς
talasemia θάλασσα
talasocracia θάλασσα
talasoterapia θάλασσα
talento τάλαντον
tanato- θάνατος
tanatofobia θάνατος
tanatología θάνατος
tanatorio θάνατος
taqui- ταχύς
taquicardia καρδία
taquicardia ταχύς
taquigrafía -γραφία
taquigrafía ταχύς
taquígrafo ταχύς
taquímetro ταχύς
tauromaquia μάχη
taxi τάξις
taxidermia τάξις
taxímetro τάξις
taxón τάξις
taxonomía τάξις
técnica τεχνικός
técnico τεχνικός
tecno- τέχνη
tecnología τεχνολογία
tel(o)- gr. 'fin' τέλος
telegrafía -γραφία
telegrama γράμμα
teleología τέλειος
teleología τέλος
teleósteo τέλειος
telescopio σκοπέω
telofase τέλος
telómero τέλος
teobroma θεός
teocracia θεοκρατία
teodicea θεός
teogonía θεογονία
teología θεολογία
teomanía θεός
teosofía θεοσοφία
térmico θερμός
termodinámica θερμός
termografía -γραφία
termografía θερμός
termómetro θερμός
termonuclear θερμός
termostato θερμός
tetra- τέσσαρες
tetrabrik τέσσαρες
tétrada τετράς
tetraedro τετράεδρος
tetrágono τετράγωνος
tetralogía τετραλογία
tetrámero τέσσαρες
tetraplejia τέσσαρες
tetrápodo τέσσαρες
tetrápodo τετράπους
tetrarquía τετραρχία
tetravalente τέσσαρες
tiflología τυφλός
timocracia τιμοκρατία
típico τυπικός
tipo τύπος
tipografía -γραφία
tipografía τύπος
tipología τύπος
tiranía τυραννίς
tiranicida τύραννος
tiránico τυραννικός
tirano τύραννος
tomografía -γραφία
tópico τοπικός
topografía -γραφία
topografía τόπος
topología τόπος
toponimia τόπος
toracoplastia θώραξ
tórax θώραξ
toxoplasmosis τόξον
trapecio τραπέζιον
trauma τραῦμα
traumar τραῦμα
traumático τραυματικός
traumatismo τραυματισμός
traumatizar τραυματίζω
traumatología τραῦμα
tri- τρεῖς
triatleta τρεῖς
tricéfalo τρικέφαλος
triciclo τρεῖς
tricromía τρεῖς
triedro τρεῖς
trigonometría -μετρία
trigonometría τρίγωνος
trilogía τριλογία
trinomio τρεῖς
trípode τρίπους
trofeo τρόπαιον
trófico τροφικός
trono θρόνος
trópico τροπικός
tropo τρόπος
tropología τροπολογία
tropopausa τρόπος
troposfera τρόπος
uranio οὐρανός
uranometría οὐρανός
xenofobia φόβος φέβομαι
xenófobo -φοβος
xerografía -γραφία
zoofilia φιλία

1 Todas
        
Diseño y Desarrollo: Soluciones y Respuestas