logo

Dicciogriego


Diccionario didáctico interactivo griego ↔ español

X Este diccionario está en construcción y ahora no cubre el lemario inicial propuesto. Visualización en dispositivos móviles

Segunda declinación (temática)

Temas con vocal temática *-o-/ *-e-.

Sustantivo masculino o femenino

Singular

Nominativo

Vocativo

Acusativo

Genitivo

Dativo

λόγ-ος

λόγ-ε

λόγ-ον

λόγ-ου

λόγ-ῳ

Plural

Nom. -Voc.

Acusativo

Genitivo

Dativo

λόγ-οι

λόγ-ους

λόγ-ων

λόγ-οις

Dual

Nom. - Voc. - Acus.

Gen. - Dat.

λόγ-ω

λόγ-οιν

notas
  • La flexión es la misma para masculinos (λόγ-ος) y femeninos (νῆσος).

Palabras con esta flexión

 
χῆρος, -ποδος, -τρος, ἄγγελος, ἀγρός, ἀδελφός, ἀετός, ἀμφιθέατρος, ἄνεμος, ἄνθρωπος, ἄργυρος, ἀριθμός, ἄρκτος, ἀρχέτυπος, ἀστός, ἀστρολόγος, βίος, γάμος, δάκτυλος, δεκάλογος, δεσμός, δῆμος, διδάσκαλος, δοῦλος, δρόμος, ἔλεος, ἐνιαυτός, ἔπαινος, ἑπτάγωνος, Ἑρμαφρόδιτος, ἑταῖρος, ἔφορος, ζῆλος, ζυγός, ἥλιος, ἡλιότροπος, ἤπειρος, θάνατος, θεός, θόρυβος, θρόνος, θυμός, ἰατρός, ἱππόκαμπος, ἵππος, καιρός, καρπός, κατήγορος, κίνδυνος, κλῆρος, κοινωνός, κόσμος, κύκλος, κύριος, λίθος, λογισμός, λόγος, μισθός, μῦθος, νεκρός, νέος, νῆσος, νόμος, νόσος, ξένος, ὁδός, οἶκος, οἶνος, ὄλεθρος, ὄνειρος, ὅρκος, ὅρος, οὐρανός, ὀφθαλμός, ὄχλος, παρθένος, Πελοπόννησος, πεντάμετρος, περίοδος, πλόο-, πλοῦτος, πόλεμος, πόνος, πόντος, πόρος, ποταμός, πρόγονος, στρατηγός, στρατός, σύμμαχος, τάφος, τόπος, τραυματισμός, τρόπος, τύπος, τύραννος, υἱός, ὕπνος, φόβος, φόνος, χερσόνησος, χρόνος, χρυσός.
        
Diseño y Desarrollo: Soluciones y Respuestas