logo

Dicciogriego


Diccionario didáctico interactivo griego ↔ español

X Este diccionario está en construcción y ahora no cubre el lemario inicial propuesto. Visualización en dispositivos móviles

Adjetivos de la segunda y la primera declinaciones (2-1-2)

Masculino y neutro temáticos, femenino en -η

  Masculino Femenino Neutro

Singular

Nominativo

Vocativo

Acusativo

Genitivo

Dativo

κύαν-ος

κύαν-ε

κύαν-ον

κυάν-ου

κυάν-ῳ

κυάν-η

κυάν-η

κυάν-ην

κυάν-ης

κυάν-ῃ

κύαν-ον

κύαν-ον

κύαν-ον

κυάν-ου

κυάν-ῳ

Plural

Nom. -Voc.

Acusativo

Genitivo

Dativo

κύαν-οι

κυάν-ους

κυάν-ων

κυάν-οις

κύαν-αι

κυάν-ας

κυάν-ων

κυάν-αις

κύαν-α

κύαν-α

κυάν-ων

κυάν-οις

Dual

Nom. - Voc. - Acus.

Gen. - Dat.

κυάν-ω

κυάν-οιν

κυάν-ᾱ

κυάν-αιν

κυάν-ω

κυάν-οιν

notas
    κύανος κυάνη κύανον
    Todos los participios medios y pasivos siguen esta flexión (excepto los aoristos “pasivos”)

Palabras con esta flexión

 
-ανος, -ιστος, -πλοος, ἀγαθός, ἀγλαός, ἁγνός, ἀδελφός, ἀδηλότατος, ἀδυνατώτατος, ἀθάνατος, ἀθλιώτατος, ἀθροώτατος, αἰσθητός, αἰσχρότατος, αἰτιώτατος, ἀκριβέστατος, ἀκυρότατος, ἀλγεινός, ἀληθέστατος, ἀλλοτριώτατος, ἀναγκαίoτατος, ἀναγκαστικός, ἀναιδέστατος, ἀναξιώτατος, ἀνδρειότατος, ἀνθρώπινος, ἀνοσιώτατος, ἀξιώτατος, ἁπαλός, ἀπορώτατος, ἀργός, ἄριστος, ἀρχαιότατος, ἀσθενέστατος, ἄσμενος, ἀσφαλέστατος, ἀτιμότατος, ἀτοπώτατος, αὐτόματος, ἀφανέστατος, ἀφθονώτατος, Ἀφροδισιακός, βαθύτατος, βαρβαρικός, βαρύτατος, βασιλικός, βεβαιότατος, βέλτιστος, βραχύτατος, γλυκύτατος, γλωσσηματικός, γνωριμώτατος, γραμματικός, γραφικός, γυμνός, δειλός, δεινός, δέκατος, δεξιώτατος, δῆλος, δημοσιώτατος, δημοτικός, διαφορώτατος, δίδυμος, δικαιότατος, δισσός , δυνατός, δυστυχέστατος, ἕβδομος, εἰκοστός, εἰρηνικός, ἕκαστος, ἕκτος, ἐλάχιστος, ἐλεεινός, ἐλευθερώτατος, ἐμός, ἐμπειρικός, ἐμπειρότατος, ἐναντιώτατος, ἔνατος , ἐξωτικός, ἐπιεικέστατος, ἐπιτηδειότατος, ἐρημότατος, ἐρυμνός, ἐρωτικός, ἐσθλός, ἔσχατος, ἑτοιμότατος, εὐδαιμονέστατος, εὐθύτατος, εὐμενέστατος, εὐνούστατος, εὐπετέστατος, εὐπορώτατος, εὐσεβέστατος, εὐτυχέστατος, , ἑωθινός, ζωός, ἡγεμονικός, ἥδιστος, ἠθικός, ἥκιστος, ἡλίκος, ἠπειρωτικός, θαυμαστός, θειότατος, θερινός, θερμός, θνητός, θρασύτατος, ἰατρικός, ἰδιώτατος, ἰδιωτικός, ἱερώτατος, ἱκανός, ἱππικός, ἴσος, ἰσχυρότατος, καθαρώτατος, καινός, κακός, καλός, καρτερώτατος, κενός, κλεινός, κοῖλος, κοινός, κομψός, κοῦφος, κράτιστος, κυριώτατος, λαμπρότατος, λεπτός, λευκός, λίθινος, λοιπός, μαθηματικός, μακαριώτατος, μακρότατος, μαλακός, μαλθακός, μαντικός, ματαιότατος, μέγιστος, μελάντατος, μέσος, μεστός, μικρότατος, μόνος, ναυτικός, νεώτατος, νόθος, νόμιμος, ξανθός, ξενικός, ξένος, ξύλινος, ξυνός, ὄγδοος, οἰκειοιότατος, ὀλιγαρχικός, ὀλίγος, ὀλοός, ὅλος, ὁμαλός, ὁμός, ὀνομαστικός, ὀνομαστός, ὀξύτατος, ὁπόσος, ὄργανος, ὀρεινός, ὀρθός, ὀρφανός, ὁσιώτατος, ὅσος, οὐδαμός, παιδικός, παλαιότατος, παντοδαπός, παχύτατος, πεζός, πέμπτος, πενέστατος, περισσός, πιστός, πλεῖστος, πλησιαίτατος, πλουσιώτατος, ποθεινός, ποιητικός, ποικίλος, πολεμικός, πολεμιώτατος, πολιτικός, πονηρότατος, πόσος, ποτός, πρακτικός, πρεσβύτατος, πρῶτος, πτηνός, πτωχός, πυκνός, , σεμνός, σός, σοφώτατος, στενός, συγγενέστατος, συνετός, συνεχέστατος, συχνός, σωματικός, σωφρονέστατος, ταπεινός, τάχιστος, τελειότατος, τερπνός, τέταρτος, τόσος, τραυματικός, τραχύτατος, τρίτος, τυπικός, τυραννικός, τυφλός, ὑγιέστατος, ὑγρότατος, ὕπατος, , ὑψηλός, φαεινός, φανερώτατος, φαρμακευτικός, φαῦλος, φίλος, φοβερώτατος, φυσικός, χαλεπός, χείριστος, χλωρός, χρηματιστικός, χρήσιμος, χρηστός, χρονικός, ψιλός, ψυχικός, ψυχρότατος, ὠμός.
        
Diseño y Desarrollo: Soluciones y Respuestas