logo

Dicciogriego


Diccionario didáctico interactivo griego ↔ español

X Este diccionario está en construcción y ahora no cubre el lemario inicial propuesto. Visualización en dispositivos móviles

Adjetivos de la segunda declinación (2-2)

Masculino y femenino iguales

Tema temático

  Masculino y Femenino Neutro

Singular

Nominativo

Vocativo

Acusativo

Genitivo

Dativo

ἔνδοξ-ος

ἔνδοξ-ε

ἔνδοξ-ον

ἐνδόξ-ου

ἐνδόξ-ῳ

ἔνδοξ-ον

ἔνδοξ-ον

κύαν-ον

ἐνδόξ-ου

ἐνδόξ-ῳ

Plural

Nom. -Voc.

Acusativo

Genitivo

Dativo

ἔνδοξ-οι

ἐνδόξ-ους

ἐνδόξ-ων

ἐνδόξ-οις

ἔνδοξ-α

ἔνδοξ-α

ἐνδόξ-ων

ἐνδόξ-οις

Dual

Nom. - Voc. - Acus.

Gen. - Dat.

ἐνδόξ-ε

ἐνδόξ-οιν

ἐνδόξ-ε

ἐνδόξ-οιν

notas

Palabras con esta flexión

 
παραδειγματικός, -φοβος, ἄδηλος, ἄδικος, ἀδύνατος, αἴτιος, αἰχμάλωτος, ἄκυρος, ἀναγκαῖος, ἀνάξιος, ἀναφρόδιτος, ἀνθρώπινος, ἀνθρωπολόγος, ἀνθρωπόμορφος, ἀνθρωποφάγος, ἀνόσιος, ἄπειρος, ἄπειρος, ἄπιστος, ἄπορος, ἀργός, ἄτακτος, ἄτιμος, ἄτοπος, αὐτόματος, αὐτόνομος, ἄφθονος, ἄχρονος, βάρβαρος, βέβαιος, βραχυκέφαλος, γνώριμος, δαιμόνιος, δῆλος, διάφορος, δυνατός, ἐλεύθερος, ἔμπειρος, ἐννεασύλλαβος, ἑξάγωνος, ἑξάεδρος, ἑξάμετρος, ἐρῆμος, ἑτοῖμος, εὔπορος, ἴδιος, ἰσόχρονος, καθολικός, κοινός, κυνόγλωσσος, κύριος, μάταιος, μισάνθρωπος, νέος, νόμιμος, ὀκτάεδρος, ὁλόκαυτος, ὅμοιος, ὀρθόδοξος, ὅσιος, παλίμψηστος, παλίνδρομος, πεντάγωνος, πενταδάκτυλος, περίγειος, περικάρδιος, περιόστεος, περιτόναιος, πολέμιος, πολύγλωσσος, πρόγονος, σύμμαχος, τέλειος, τετράγωνος, τετράεδρος, τετρασύλλαβος, τρίγωνος, τρικέφαλος, τύραννος, ὑδροφόβος, ὑπήκοος, φωνητικός, χρήσιμος.
        
Diseño y Desarrollo: Soluciones y Respuestas